jump to navigation

Το μετέωρο πανεπιστήμιο Φεβρουαρίου 9, 2010

Posted by geitonas in Άρθρα.
Tags: ,
add a comment

Η διαβόητη παθογένεια της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα θέματα προς ανάλυση. Το πλήθος απόψεων, σχολίων και παρεμβάσεων που προέρχονται από πραγματικούς και αυτοαποκαλούμενους επαΐοντες, απειλεί να καταστήσει πλεοναστική οποιαδήποτε προσπάθεια παρουσίασης της κατάστασης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Άλλωστε, τα πεπραγμένα (ή τα μη-πεπραγμένα) στον χώρο της ανώτατης και της ανώτερης εκπαίδευσης δεν μπορούν να μένουν στο παρασκήνιο, ειδικά σε μία χώρα με υψηλό αριθμό φοιτητών και σπουδαστών (596.964 εγγεγραμμένοι για το ακαδημαϊκό έτος 2008-2009 σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδας) σε σχέση με τον πληθυσμό της. Από την άλλη πλευρά, είναι δύσκολο να γίνει λόγος για την ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς την αναφορά στα πάθη και τα λάθη που διαμορφώνουν τη σημερινή της εικόνα. Η εν λόγω εικόνα μπορεί να είναι ξεκάθαρη τώρα, όμως είναι βέβαιο ότι θα υποστεί τον μετασχηματισμό και την τοποθέτηση σε ένα νέο πλαίσιο. Η αβεβαιότητα έγκειται στη φύση του μετασχηματισμού και του πλαισίου.

Ο νόμος-πλαίσιο 1268/82, εν μέρει συνυφασμένος με τις ζυμώσεις της ελληνικής κοινωνίας των αρχών της δεκαετίας του ’80, καθόρισε για 25 ολόκληρα χρόνια την οργάνωση και τη λειτουργία των ελληνικών πανεπιστημίων. Το ρήμα «καθόρισε» είναι σχετικό• όπως επισημαίνει ο επίκουρος καθηγητής εκπαιδευτικής πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, Νίκος Παπαδάκης (στο κείμενό του Μια τόσο βολική αυταπάτη…οργάνωση συμφερόντων και ιδεολογικοπολιτικές παράμετροι του μεταρρυθμιστικού εκκρεμούς στην ανώτατη εκπαίδευση μετά το ’82), «Το συγκρουσιακό κλίμα μέσα στο οποίο νομοθετήθηκε ο Ν. 1268/82 και η κρίση συνταγματικότητας του Νόμου καθυστέρησαν αποφασιστικά την εφαρμογή του. Επιπρόσθετα επέτρεψαν την ανάδυση διαφορετικών ενίοτε και αλληλοσυγκρουόμενων ερμηνειών του». Το ίδιο συγκρουσιακό κλίμα χαρακτήρισε και την περίοδο που προηγήθηκε της ψήφισης του νόμου 3549/07, που αποτελεί το τωρινό πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας των πανεπιστημίων. Σήμερα, τρία χρόνια μετά την ψήφιση του νέου νόμου-πλαισίου, αρκετές θεσμικές αλλαγές δεν έχουν συντελεστεί ακόμη. Η εξέλιξη αυτή είναι απόρροια των έντονων αντιδράσεων που προήλθαν κυρίως από τον πανεπιστημιακό χώρο, αλλά και από ένα τμήμα της κοινωνίας που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αμελητέο. Η τότε κυβέρνηση δεν υπολόγισε ότι η ουσία του ζητήματος δεν βρίσκεται στην απόσπαση (ή στην εκμαίευση) συναίνεσης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Jürgen Habermas, «Νόμοι, οι οποίοι διαμορφώνονται εμφανώς υπό την «πίεση του δρόμου», δύσκολα μπορούν πια να αποδοθούν στη συναίνεση που παράγει η δημόσια συζήτηση των ιδιωτών• αντιστοιχούν λιγότερο ή περισσότερο ανοιχτά στο συμβιβασμό μεταξύ αντιμαχόμενων ιδιωτικών συμφερόντων». Βεβαίως, η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών επιθυμούσε (και επιθυμεί) τη μεταρρύθμιση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ωστόσο αυτή μπορεί να επιτελεστεί πιο ομαλά, αν παράλληλα υπάρξει και μία ευρύτερη κοινωνική μεταρρύθμιση. Αν δεχτούμε ότι η σχέση πανεπιστημίου-κοινωνίας είναι αμφίδρομη, τότε μία αλλαγή του πανεπιστημίου χωρίς μία αλλαγή της κοινωνίας (όχι απαραίτητα αντίστοιχης κλίμακας) θα συνιστούσε ένα κοινωνικό παράδοξο.

Τα παράδοξα και τα παράλογα της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν μπορούν να εξαντληθούν σε τόμους βιβλιογραφίας, όμως εδώ θα επιχειρηθεί μία συνοπτική έκθεσή τους. Η συμμετοχή στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση σε σχέση με τον συνολικό αριθμό μαθητών και σπουδαστών αγγίζει το 30%, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή έκθεση Key Data on Education in Europe 2009. Το ποσοστό αυτό είναι το μεγαλύτερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και υπερβαίνει κατά πολύ τα αντίστοιχα ποσοστά χωρών με μεγάλη ακαδημαϊκή παράδοση, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιταλία. Συνεπώς, αν συνδυάσουμε αυτό το στατιστικό δεδομένο με την παρουσία περίπου 600.000 φοιτητών και σπουδαστών σε ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, μπορούμε να διαπιστώσουμε μία ποσοτική διόγκωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Όμως η διόγκωση αυτή δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της ποιότητας: Σύμφωνα με την παγκόσμια ακαδημαϊκή κατάταξη του πανεπιστημίου Jiao Tong της Σαγκάης, το κορυφαίο μας ακαδημαϊκό ίδρυμα είναι το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο τοποθετείται ανάμεσα στη 201η και στην 302η θέση. Η διογκωμένη τριτοβάθμια εκπαίδευση καλείται να συντηρηθεί με ένα μέρος του 3,8% του ΑΕΠ που διαθέτει το ελληνικό κράτος για την Παιδεία, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του έτους 2010. Αυτό που κατά κύριο λόγο συντηρείται είναι η παθογένεια, με την εξαίρεση των αξιοσημείωτων και αξιέπαινων ερευνητικών προσπαθειών που καταβάλλονται σε αρκετές σχολές, όπως στη Σχολή Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Κρήτης. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής του Τμήματος Χημείας του City College Θέμης Λαζαρίδης στο βιβλίο του Ο δρόμος για την αναγέννηση του ελληνικού πανεπιστημίου, «Παρά τις νησίδες αριστείας που αναμφισβήτητα υπάρχουν, το ελληνικό πανεπιστήμιο κατατρύχεται από σωρεία προβλημάτων». Ο συγγραφέας ξεχωρίζει τα προβλήματα της ευνοιοκρατίας, της έλλειψης ακαδημαϊκής δεοντολογίας, της αναποτελεσματικής διοίκησης, της εσωστρέφειας, της χαλαρότητας των σπουδών και της ατέλειας στους μηχανισμούς που καλούνται να αποφασίσουν για την έρευνα.

Η έρευνα των αιτίων και των αφορμών για τη σημερινή κατάσταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα και η ατέρμονη (παρα)φιλολογία σε σχέση με αυτή, δεν επαρκούν για να σταματήσουν την παλινδρόμηση του ελληνικού πανεπιστημίου ανάμεσα στις ακαδημαϊκές αξίες και στα κελεύσματα της αγοράς. Ίσως οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το πανεπιστήμιο άνευ όρων, όπως ο Γάλλος φιλόσοφος Jacques Derrida, προκειμένου να διαπιστώσουμε την αδυναμία του, «…την ευθραυστότητα του αμυντικού μηχανισμού του ενώπιον όλων των εξουσιών που το διέπουν, που το πολιορκούν και προσπαθούν να το ιδιοποιηθούν. Επειδή το πανεπιστήμιο είναι ξένο προς την εξουσία, επειδή είναι ετερογενές προς την αρχή της εξουσίας είναι επίσης χωρίς προσίδια εξουσία».

Η επίμονη ανεργία Δεκέμβριος 17, 2009

Posted by geitonas in Άρθρα.
Tags: , ,
add a comment

Τα στατιστικά στοιχεία του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ), που δημοσιεύτηκαν στις 14 Δεκεμβρίου, δείχνουν μια μικρή αύξηση της ανεργίας στα κράτη-μέλη του. Το ποσοστό της ανεργίας στις τάξεις των χωρών του ΟΟΣΑ κυμαίνεται στο 8,8% για τον Οκτώβριο του 2009, έχοντας αυξηθεί κατά 0,1% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα και κατά 2,3% σε σχέση με τον Οκτώβριο του περασμένου έτους. Το αντίστοιχο ποσοστό για τον ίδιο μήνα στην Ευρωζώνη ανέρχεται στο 9,8%, παραμένοντας σταθερό σε σχέση με αυτό του Σεπτεμβρίου, όμως έχει σημειώσει άνοδο της τάξης του 1,9% από τον Οκτώβριο του 2008.

Η μεγαλύτερη αύξηση της ανεργίας από τον Σεπτέμβριο ως τον Οκτώβριο του 2009 παρατηρήθηκε στη Δανία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά, με 0,4%, αν και η ανεργία εμφανίζει πτωτική πορεία στις δύο τελευταίες χώρες, σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν μέχρι στιγμής για τον Νοέμβριο. Αντίθετα, η ανεργία μειώθηκε κατά 0,2% στην Ιαπωνία, στην Κορέα και στο Μεξικό. Οι χώρες του ΟΟΣΑ που παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας είναι η Ισπανία, με 19,3%, η Ιρλανδία, με 12,8% και η Σλοβακία, με 12,2%, ενώ τα μικρότερα ποσοστά παρατηρούνται στην Κορέα (3,4%), στην Ολλανδία (3,7%) και στην Αυστρία (4,7%).

Η ανεργία στην Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζει μια σταθερά ανοδική τάση, εφόσον έχει αυξηθεί κατά 2,3% από το τέλος του 2008 (7%) ως τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους (9,3%). Ο αριθμός των απασχολούμενων στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μειωθεί κατά 0,5% ή κατά 1.019.000 άτομα σε διάστημα ενός χρόνου, σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία που συγκέντρωσε η Eurostat για το τρίτο τρίμηνο του 2009. Τα ίδια στοιχεία δείχνουν πως στην Ελλάδα ο αριθμός των απασχολούμενων έχει μειωθεί κατά 0,9% από το τρίτο τρίμηνο του 2008 ως το τρίτο τρίμηνο του 2009. Το ποσοστό της ανεργίας στη χώρα μας ανέρχεται στο 9,1%, σύμφωνα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος για τον Σεπτέμβριο του 2009.

Τα παραπάνω στοιχεία επιβεβαιώνουν τις ανησυχίες που είχε εκφράσει το Οικονομικό Παρατηρητήριο του ΟΟΣΑ μέσω μιας έκθεσής του, η οποία είχε δημοσιευτεί τον περασμένο Νοέμβριο. Το γενικό συμπέρασμα της έκθεσης ήταν ότι ο ρυθμός ανάκαμψης των κρατών-μελών του ΟΑΣΑ από την οικονομική κρίση δεν επαρκεί για να συγκρατήσει την άνοδο της ανεργίας, η οποία αναμένεται να μην υποχωρήσει σημαντικά ως τις αρχές του 2011.

«Ψυχρό» κλίμα στη σύνοδο της Κοπεγχάγης Δεκέμβριος 9, 2009

Posted by geitonas in Άρθρα.
Tags: ,
add a comment

Βοσκότοπος που έχει πληγεί από την ξηρασία στην περιοχή Riverina της Αυστραλίας

Η ανάρτηση ενός κειμένου στον ιστότοπο της βρετανικής εφημερίδας Guardian πυροδότησε τις οργισμένες αντιδράσεις ορισμένων εκπροσώπων αναπτυσσόμενων χωρών, στη χθεσινή δεύτερη ημέρα της συνόδου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή. Η σύνοδος διεξάγεται στην Κοπεγχάγη από την αρχή της τρέχουσας εβδομάδας ως τις 18 Δεκεμβρίου. Οι δημοσιογράφοι του Guardian ισχυρίζονται ότι το κείμενο αποτελεί το προσχέδιο μιας συμβιβαστικής πρότασης που κοινοποιήθηκε σε έναν μικρό αριθμό χωρών από τους Δανούς οικοδεσπότες, σε συνεννόηση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μεγάλη Βρετανία. Το έγγραφο αποκλίνει από την αρχή του πρωτοκόλλου του Κιότο, η οποία υπαγορεύει ότι αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Κίνα και η Ινδία (οι οποίες ανήκουν στη λεγόμενη «ομάδα των 77» των Ηνωμένων Εθνών) δεν μπορούν να δεσμευτούν για περιορισμό των εκπομπών των αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Συγκεκριμένα, στο κείμενο προβλέπεται ο περιορισμός των εκπομπών άνθρακα από τις αναπτυσσόμενες χώρες στους 1,44 τόνους ανά κάτοικο, ως το 2050. Αντίθετα, οι αναπτυγμένες χώρες μπορούν να εκπέμπουν ως και 2,67 τόνους ανά κάτοικο μέχρι το ίδιο έτος.

Η δανέζικη εφημερίδα Jyllands-Posten αναφέρει ότι το υπουργείο Κλίματος της σκανδιναβικής χώρας αρνείται με δελτίο τύπου του ότι το κείμενο που δημοσιεύτηκε από τον Guardian είναι μια επίσημη δανέζικη πρόταση για συμβιβασμό. Η βρετανική κυβέρνηση προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από το έγγραφο, μέσω των δηλώσεων ενός εκπροσώπου του υπουργείου Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ο οποίος σχολίασε ότι «Σε αυτή τη φάση της διαπραγμάτευσης αναπόφευκτα κυκλοφορούν κείμενα όλων των ειδών και αναμφίβολα περισσότερα θα εμφανιστούν στις επόμενες δέκα ημέρες». Ο Yvo de Boer, Εκτελεστικός Γραμματέας της Σύμβασης-Πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC), δήλωσε ότι «τα μόνα επίσημα κείμενα στη διαδικασία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών είναι αυτά που τίθενται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από τους προεδρεύοντες αυτής της συνόδου της Κοπεγχάγης, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερόμενων μερών». Ωστόσο, ο Antonio Hill, σύμβουλος κλιματικής πολιτικής της ένωσης μη-κυβερνητικών οργανώσεων Oxfam, υποστηρίζει ότι «Αυτό είναι μόνο ένα προσχέδιο, αλλά τονίζει τον κίνδυνο να πληγούν οι μικρές χώρες όταν συγκεντρώνονται οι μεγάλες χώρες». Η ανησυχία των αναπτυσσόμενων χωρών δεν μπορεί να παραβλεφθεί, έστω και αν οι εικασίες για «μυστικές» συμφωνίες στις τάξεις των αναπτυγμένων χωρών δεν ευσταθούν.

Το κλίμα στη σύνοδο της Κοπεγχάγης μπορεί να είναι «ψυχρό», όμως το κλίμα του πλανήτη παραμένει θερμό και γίνεται θερμότερο με την πάροδο των ετών. Ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός (WMO) ανακοίνωσε ότι η δεκαετία 2000-2009 ήταν πιο θερμή από την προηγούμενη (1990-1999), σε δελτίο τύπου που δημοσιεύτηκε χθες. Το 2009 μέχρι στιγμής κατατάσσεται πέμπτο στη σειρά των πιο θερμών ετών, σύμφωνα με το ίδιο δελτίο τύπου. Οι σύνεδροι της συνόδου της Κοπεγχάγης καλούνται να υπερβούν τα εμπόδια που τίθενται στη διαπραγματευτική διαδικασία από τις έριδες μεταξύ αναπτυσσόμενων και αναπτυγμένων χωρών, ώστε να δοθεί η «ευκαιρία για σημαντική και άμεση δράση» που ζήτησε ο κύριος de Boer στην έναρξη των εργασιών της συνόδου.

Η όψη της αλήθειας Νοέμβριος 23, 2008

Posted by geitonas in Άρθρα.
Tags: , ,
add a comment

Στην ταινία Ήρωας κατά λάθος του Stephen Frears, η Geena Davis υποδύεται μια δημοσιογράφο που βραβεύεται για τη συμβολή της στην αναζήτηση της αλήθειας. Στον λόγο που εκφωνεί όταν παραλαμβάνει το βραβείο της, η δημοσιογράφος χρησιμοποιεί το κρεμμύδι ως μεταφορά της είδησης, κάτω από την οποία κρύβεται μια ακολουθία άλλων ειδήσεων. Αυτή η ακολουθία φανερώνεται καθώς ο δημοσιογράφος «σκάβει» πιο βαθιά για να εντοπίσει την αλήθεια, όμως η αλήθεια μπορεί να μην υπάρχει ανάμεσα στις «όψεις» των ειδήσεων·ίσως να έχει καταστραφεί από την ίδια την προσπάθεια εντοπισμού. Ο λόγος κλείνει με τη σκέψη ότι οι δημοσιογράφοι ελκύονται από τις ειδήσεις που προσφέρουν έμπνευση, αποκαλύπτοντας τις ευγενείς πτυχές της ύπαρξης και όχι τις ανθρώπινες αδυναμίες. Η ειρωνεία στο σενάριο είναι ότι αυτός ο λόγος εκφωνείται στην τελετή απονομής ενός βραβείου που έχει δοθεί για τη ζωντανή κάλυψη της αυτοκτονίας ενός επιχειρηματία. Η ειρωνεία στην πραγματικότητα είναι ότι μια σκηνή που αναφέρεται στη δραματοποίηση των ειδήσεων (και συνοδεύεται από πραγματικά δάκρυα, που προκαλούνται από το ξεφλούδισμα του κρεμμυδιού), παρουσιάζεται μέσω της δραματοποίησης του κινηματογράφου. Η ταινία ως σύνολο, αποτελεί ένα ενδιαφέρον σχόλιο για τη λειτουργία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και τη σχετικότητα της αλήθειας την οποία αναζητούν.

Αν η αναζήτηση της αλήθειας βρίσκεται στην καρδιά της λειτουργίας των ΜΜΕ, τότε οδηγούμαστε στο συμπέρασμα η είδηση αποτελεί την αλήθεια, όπως αυτή προκύπτει από τα γεγονότα. Όμως το γεγονός και η είδηση δεν ταυτίζονται: η είδηση μπορεί να είναι ένα αφήγημα που στοιχειοθετείται από γεγονότα, όμως κάθε γεγονός δεν αποτελεί απαραίτητα και είδηση. Η είδηση προκύπτει από την αφηγηματοποίηση των επιλεγμένων γεγονότων και λειτουργεί, όπως ισχυρίζεται ο John Fiske στο βιβλίο Η ανατομία του τηλεοπτικού λόγου, «μέσω ιστοριών που κατανοούν την πραγματικότητα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το κάνουν οι μυθοπλαστικές ιστορίες». Ο Fiske υποστηρίζει ότι η είδηση «ακολουθεί τις συμβάσεις του κλασικού ρεαλισμού, διότι προϋποθέτει ότι μια κατανοητή και αυθεντική εκδοχή του πραγματικού δομείται μέσα από τις πράξεις, τα λόγια και τις αντιδράσεις των εμπλεκόμενων ατόμων».

Ως αφήγηση που παρουσιάζει μια πιστευτή εκδοχή της πραγματικότητας, η είδηση δεν συμπίπτει πάντοτε με την αντικειμενική αλήθεια (αν δεχτούμε ότι υπάρχει). Επιπλέον, η ίδια η πραγματικότητα είναι μια έννοια που συμπεριλαμβάνει όλες τις συχνότητες ή τις «φωνές» που συνθέτουν το περιβάλλον μας. Τα ΜΜΕ δεν μπορούν να μεταδώσουν όλο το εύρος του φάσματος των συχνοτήτων. Μας προσφέρουν την είδηση, η οποία κατά τον Fiske «ελέγχει την πολυφωνία του πραγματικού με την αφηγηματική δομή και την προσεκτική επιλογή των επιτρεπόμενων φωνών», και τοποθετούν ό,τι εκλαμβάνουν ως ουσιώδες στην κεφαλή της, σύμφωνα με τη δημοσιογραφική τεχνική της ανεστραμμένης πυραμίδας. Παρουσιάζουν μια όψη της αλήθειας, χωρίς όμως να συλλαμβάνουν την καθολικότητά της. Άλλωστε, όπως παρατηρεί ο Guy Debord, «Σε έναν κόσμο που είναι πραγματικά ανεστραμμένος, το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου».                   

Ο αόρατος δείκτης Νοέμβριος 16, 2008

Posted by geitonas in Άρθρα.
Tags: ,
3 Σχόλια
Ταινία που υποδεικνύει τον τόπο εγκλήματος, με φόντο το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. (© takomabibelot)

Ταινία που υποδεικνύει τον τόπο εγκλήματος, με φόντο το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. (© takomabibelot)

Ο δείκτης εγκληματικότητας είναι το πιο συνηθισμένο μέτρο υπολογισμού των εγκλημάτων που λαμβάνουν χώρα σε μια συγκεκριμένη δικαιοδοσία, στη διάρκεια μιας καθορισμένης χρονικής περιόδου. Η κοινή πεποίθηση που υπαγορεύει ότι το έγκλημα κατά κανόνα ταυτίζεται (τουλάχιστον στη θεωρία) με τις παράνομες δραστηριότητες, οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα ότι κάθε τρόπος μέτρησης των εγκλημάτων σε ένα δεδομένο περιβάλλον ενδέχεται να είναι ανακριβής, λόγω της ίδιας της φύσης του εγκλήματος εν γένει. Πράγματι, οι δείκτες εγκληματικότητας παραδοσιακά στηρίζονται στις επίσημες αστυνομικές αναφορές, που δεν περιλαμβάνουν τον λεγόμενο σκοτεινό αριθμό των εγκλημάτων που δεν αναφέρονται. Οι αποκλίσεις που παρατηρούνται μεταξύ των επίσημων στατιστικών και του πραγματικού συνόλου των εγκλημάτων, έχουν καταστήσει επιτακτική την ανάγκη διενέργειας ερευνών θυματοποίησης σε ευρεία πληθυσμιακή κλίμακα. Οι εν λόγω έρευνες στοχεύουν στην αποκάλυψη των περιπτώσεων που δεν καταγράφονται στα αστυνομικά αρχεία και αποτελούν χρήσιμα συμπληρωματικά εργαλεία της εγκληματολογικής στατιστικής τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, ακόμη και αν τα ποσοτικά στοιχεία μιας εγκληματολογικής έρευνας ανταποκρίνονται με σχετική ακρίβεια στην πραγματικότητα, το ζήτημα του προσδιορισμού της εγκληματικότητας παραμένει εκκρεμές.

Αν η εγκληματικότητα αποτελεί διαχρονικό κοινωνικό φαινόμενο, δεν μπορεί να οριστεί ως ένα απλό άθροισμα παραβατικών συμπεριφορών ή αδικημάτων που λαμβάνουν χώρα σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, αφενός γιατί ο χαρακτηρισμός των συμπεριφορών αλλάζει από εποχή σε εποχή και αφετέρου γιατί ένα φαινόμενο που αφορά την κοινωνία στο σύνολό της δεν μπορεί να διαμορφώνεται μονόπλευρα, από μεμονωμένες κατηγορίες πράξεων. Επίσης, η εγκληματικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως ένα κοινωνικονομικό μόρφωμα που απαιτεί ειδικά μέτρα για τον έλεγχό του, γιατί δεν θα γινόταν διακριτή από άλλα κοινωνικά ή νομικά φαινόμενα. Όπως επισημαίνει ο Yakov Gillinsky, η εγκληματικότητα είναι «ένα πολύπλοκο κοινωνικό φαινόμενο χωρίς φυσικά όρια» και ορίζεται «με τη βοήθεια δύο πολυσχιδών κριτηρίων: 1) του κινδύνου ή της αληθινής ζημίας της προς την κοινωνία και 2) του καθορισμού της στον ποινικό κώδικα». Τα κριτήρια που προτείνει ο Gillinsky αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε περιπτώσεις που η παράβαση ενός νόμου κρίνεται ως θεμιτή (π.χ. άρνηση εφαρμογής ενός αντισυνταγματικού νόμου) ή ανεκτή (π.χ. περιπτώσεις εγκλημάτων όπως η χρήση ναρκωτικών και η πορνεία, στις οποίες ο δράστης είναι ταυτόχρονα και θύμα) από ορισμένα άτομα ή κοινωνικές ομάδες.

Όταν η εγκληματικότητα τίθεται στη σωστή της βάση, οι κρίσεις που διατυπώνονται για αυτή μέσω των δεικτών της είναι νηφάλιες και ισορροπημένες. Αντιθέτως, η στείρα παράθεση απόλυτων αριθμών εγκλημάτων, χωρίς αναφορά στη συχνότητα τέλεσής τους ή στην αναλογία τους επί άλλων χαρακτηριστικών του πληθυσμού μιας κοινότητας, είναι μια μισοειπωμένη αλήθεια, ακόμη και αν οι προθέσεις αυτού που την παρουσιάζει είναι αγαθές. Επιπλέον, μια διαπιστωμένη ανοδική τάση της εγκληματικότητας δεν μπορεί να μετατρέπεται σε όχημα της κινδυνολογίας. Αυτό ισχύει ειδικά σε περιόδους κρίσης θεσμών και αντιλήψεων όπως η σημερινή, όταν η κοινή γνώμη επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη δημόσια ρητορική, η οποία, σύμφωνα με τον Dario Melossi, «ξαναέδινε έμφαση στην αξία της συλλογικότητας γύρω από τις έννοιες του «Κράτους», του «Έθνους», ή της «Κοινότητας»», σε παρόμοιες περιόδους κρίσης στο παρελθόν. Άλλωστε, η εγκληματικότητα έχει μια πνευματική διάσταση που έχει ίση σημασία με την απτή, έστω και αν ο δείκτης της δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε στατιστικές μελέτες.

Οριακές ελευθερίες Νοέμβριος 10, 2008

Posted by geitonas in Άρθρα.
Tags: , ,
add a comment

Ρήση του Benjamin Franklin στο κτίριο του Καπιτωλίου στις ΗΠΑ. (© Κ. Donovan)

Η ρήση του Benjamin Franklin που αποτυπώνεται στην παραπάνω φωτογραφία, θα μπορούσε να μεταφραστεί ως εξής στην ελληνική γλώσσα: «Χωρίς ελευθερία σκέψης δεν υφίσταται σοφία και δεν υφίσταται δημόσια ελευθερία χωρίς ελευθερία του λόγου». Αυτή η σκέψη καταδεικνύει τη ματαιότητα της αποσύνδεσης των ατομικών ελευθεριών από τις κοινωνικές αξίες, οι οποίες διαμορφώνουν τις νέες ελευθερίες, έχοντας με τη σειρά τους διαμορφωθεί από τις ήδη υπάρχουσες. Από την άλλη πλευρά, ο άκρατος (και άκριτος) συσχετισμός των ελευθεριών με ένα απροσδιόριστο κοινωνικό «καλό», αναιρεί την ουσία τους, καθιστώντας τις δέσμιες σκοπών και συμφερόντων που τις διαστρεβλώνουν.

Οι διάφορες ερμηνείες των ατομικών ελευθεριών αποτελούν την αφετηρία για τη συνειδητοποίηση του ρόλου τους και των ορίων τους, αν τα τελευταία υφίστανται. Στο κλασικό δοκίμιο Περί ελευθερίας, ο John Stuart Mill τάσσεται υπέρ της ύπαρξης «απόλυτης ελευθερίας γνώμης και συναισθήματος σε όλα τα θέματα, πρακτικά ή θεωρητικά, επιστημονικά, ηθικά ή θεολογικά». Το μόνο όριο που θέτει στην ελευθερία της έκφρασης είναι μια αρχή που συνήθως αναφέρεται ως harm principle  (αρχή της βλάβης). Σύμφωνα με αυτή την αρχή, «ο μόνος σκοπός για τον οποίο η εξουσία μπορεί να ασκηθεί δικαιολογημένα πάνω σε οποιοδήποτε μέλος μιας πολιτισμένης κοινωνίας, αντίθετα στη θέλησή του, είναι να εμποδιστεί η βλάβη σε άλλους». Ο Joel Feinberg αντιπροτείνει την εφαρμογή μιας αρχής που βασίζεται στην προσβολή, υποστηρίζοντας ότι η αρχή της βλάβης δεν επαρκεί για να καλύψει όλες τις περιπτώσεις κατάχρησης της ελευθερίας της έκφρασης.

Το ζήτημα του προσδιορισμού των ορίων των ατομικών ελευθεριών αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στις περιπτώσεις που η άσκησή τους συγκρούεται με την ανάγκη προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Ο Raoul Vaneigem στο βιβλίο Τίποτα δεν είναι ιερό, όλα μπορούν να λεχθούν, ισχυρίζεται ότι «Η ιδιωτική ζωή των προσώπων πρέπει να παραμένει απαραβίαστη, εκτός από τρεις περιπτώσεις: όταν κρύβει πράξεις αντίθετες προς την ανθρωπιά, όταν επιλέγει να επιδεικνύεται χωρίς αναστολές, όταν διαδίδει, με εικόνες ή μαρτυρίες, γεγονότα τέτοιας φύσης, που επιτρέπουν να συνειδητοποιεί κανείς τις απαράδεκτες συνθήκες στις οποίες υπόκεινται ένα άτομο ή μια κοινότητα». Σύμφωνα με τον Vaneigem, η πρώτη περίπτωση αφορά την παρέμβαση απέναντι σε πράξεις βαρβαρότητας. Η δεύτερη αναφέρεται στο παράδοξο της απαίτησης των δημοσίων προσώπων να μην γίνεται η ιδιωτική τους ζωή αντικείμενο προβολής, από τη στιγμή που τα ίδια επιλέγουν να την προβάλλουν όταν θεωρούν ότι θα αποκομίσουν τα οφέλη της δημοσιότητας. Η τρίτη εμπίπτει στην εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου πόνου. Φυσικά, ο εντοπισμός των περιπτώσεων στις οποίες προσβάλλεται ουσιαστικά μια προσωπικότητα, αποτελεί πρόκληση όταν τα δημόσια και τα ιδιωτικά πεδία αλληλοκαλύπτονται.

Η διερεύνηση των ορίων των ελευθεριών βοηθά στην υπέρβαση των προκλήσεων που τίθενται σε όσους καλούνται να λάβουν αποφάσεις για την εφαρμογή τους, όμως η εμμονή στην οριοθέτηση οδηγεί περισσότερο στη σύγχυση παρά στην αποσαφήνιση. Δικαιολογείται η επιλογή του κυρίου Ρουσόπουλου να μηνύσει τους δημοσιογράφους που θεωρεί ότι έπληξαν την υπόληψή του; Παραβιάζονται τα προσωπικά δεδομένα των διαδηλωτών που καταγράφονται από κάμερες διαχείρισης κυκλοφορίας παρά τη θέλησή τους; Μπορεί η όποια προστασία προσφέρει το ψευδώνυμο «Γείτονας» να αποτελέσει αφορμή για κατάχρηση της ελευθερίας της έκφρασης από τον γράφοντα; Μια αυστηρή και άκαμπτη οριοθέτηση μπορεί να προσφέρει απαντήσεις σε τέτοιου είδους ερωτήματα, όμως δεν παύει να εμπεριέχει τον κίνδυνο της αλλοίωσης της έννοιας μιας ατομικής ελευθερίας.